ΕΛ EN

Δύσκολες νύχτες

Μυθιστόρημα

Μέλπω Αξιώτη

Coming of age Literary Απώλεια και πένθος Μετάβαση στην ενηλικίωση Ταυτότητα και προσαρμογή Μνήμη Στοχαστικό Γλυκόπικρο
Genre and theme tags on this page are generated by AI from the book's description.

Νεανική δροσιά· φωτεινά καλοκαίρια ενός μικρού κοριτσιού στη Μύκονο, μουντοί χειμώνες στο σχολείο καλογραιών, ανώμαλη προσγείωση στην Αθήνα με τη γνωριμία του έρωτα, ολοκληρώνουν το οδοιπορικό από το παιδί στη γυναίκα. Το πρώτο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη (1938). Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Το πρωτοποριακό αυτό βιβλίο έγινε αμέσως αντικείμενο εγκωμιαστικών κριτικών και έκανε τη Μέλπω Αξιώτη πασίγνωστη.

Αποσπάσματα:
Όταν εφτάσαμε στον καινούριο τόπο, η μητέρα μου έλειπε από μαζί μας. Αρώτησα που είναι, μου ‘πανε πως θα φτιάξει στο γιατρό τα δόντια της και θα ‘ρθει. Πώς να το ‘ξερα άραγε δεν ξέρω, ήξερα όμως σίγουρα εγώ τότε, απ’ τον καιρό εκείνο, πως δε θα ξανάρθει. Είχανε σφίξει περισσότερο οι καρέκλες τριγύρω στο τραπέζι για να μη φαίνεται η θέση της αδειανή, και στω γονιώ μου την κάμαρα δεν έστρωναν πια το ένα από τα δύο στολισμένα κρεβάτια με τα πλατιά κεντημένα σεντόνια, κι από πάνω ο ασημένιος άις- Γιώργης με τον ατλαζωτό του φιόγκο που τα χώριζε πάντα στη μέση, κι εκείνος δεν ήτανε στη θέση του πια. Ωστόσο εγώ την ήθελα την μητέρα μου. Δε μου ‘χε πει κανένας ακόμα ότι μπορούν οι μητέρες να φεύγουν. Πάλι και τώρα η ζάλη εκείνη η δυνατή χτυπούσε στο κεφάλι μου, μόνο πως δεν άρχιζα πια τα κλάματα τώρα, όπως σαν έμαθα ότι επέθανε το καπελάκι εκείνο απάνω στην κυρία του, τις νύχτες μόνο που μ’ έβαζαν στο κρεβάτι μου και τριγυρίζανε τα γαλάζια της μάτια από πάνω μου, που ήτανε πάντα πολύ υγρά κι ετοιμασμένα πάντα να βασιλέψουν και γύρω γύρω, σιγά σιγά στα βλέφαρά μου εφτερουγίζανε σαν ανοιχτές φτερούγες δυο, μεγάλες, κι ο ίσκιος τους χυνότανε στο ταβάνι κι έριχνε φως σ’ όλη την κάμαρα κι εγινότανε μέρα, ανοιγόκλεινα εγώ τα μάτια τα δικά μου τότε και τα βαστούσα ορθάνοιχτα, για να βλέπω ακόμα, λίγο ακόμα, το ασημένιο φως που χύνανε τριγύρω γύρω, παντού οι φτερούγες.

…………………………………………………………………………………………..

Όλη την ώρα, απ’ όταν ήρθα, μ’ αρωτούσανε τα παιδιά: «Έχεις γονείς;». «Άφησέ με καημένη τώρα, μαζεύω σαλιγκάρια, πως πως, έχω γονείς», τους έλεγα, «και γιατί δεν παίζεις μαζί μας ε; γιατί δε γελάς;» μου ‘λεγαν, «μήπως δεν έχεις μάνα;», «πως πως», έλεγα, «έχω την ξανθιά μου μητέρα τώρα, έχω και τη μελαχρινή, πως, και πατέρα έχω, ξέρεις στο χτήμα εφύτεψε ο πατέρας μπανανιές, σ’ αρέσουνε οι μπανάνες;». «Και τι κάνει ο πατέρας σου», μου ‘λεγαν, «έχει υποθέσεις; πάει στα δικαστήρια; έχει πελάτες; έρχουνται να του λένε – σώστε μας, οι πελάτες; και γιατί δεν φοράς μεταξωτή ποδιά;». «Υποθέσεις», έλεγα, «πως, πως, έχει ο πατέρας, συχνά τον άκουα να λέει – πάει κι αυτή, τη χάσαμε κι ετούτη την υπόθεση, όμως οι πελάτες… δε θυμούμαι καθόλου. Αλλά θυμούμαι όταν εψούνιζαν τα ρούχα και μ’ ετοιμάζανε για το σκολειό, είχε πει τότε ο πατέρας – δεν είναι ανάγκη στη μικρή ν’ αγοράσετε ύφασμα πολυτελείας, θα προτιμούσα απλά πράγματα, δεν είναι ανάγκη εκειμέσα που πάει να δημιουργηθούνε διακρίσεις. Ο πατέρας ανεβαίνει συχνά στο χτήμα», τους έλεγα, «και φέρνει μήλα».

TypeBook
Year1997
Pages230
Category Ελληνική Πεζογραφία & Μυθιστόρημα
Subject Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα (889.3)
FormatΜαλακό εξώφυλλο
EditorΜάρω Δούκα, Βασίλης Λαμπρόπουλος
ISBN9789600417104
Publisher Εκδόσεις Κέδρος
Available

1 copy total, 1 available

Reserve Book Add to Wishlist

Sign in to borrow or save this book.

Copies

Item type Library Collection Call number Copy Status Due date
Book Greek Library of London General Collection 1639 1 Available —
Reserve Book